κατακλύζω

κατακλύζω
κατακλύζω (fut. -κλύσσει: aor. -κλᾰσαισα; -κλᾰσαι: pass. aor., -κλυσθεῖσαν.)
1 flood, wash over

λέγοντι μὰν χθόνα μὲν κατακλύσαι μέλαιναν ὕδατος σθένος O. 9.50

νῦν ψᾶφον ἑλισσομέναν ὁπᾷ κῦμα κατακλύσσει ῥέον O. 10.10

πεύθομαι δ' αὐτὰν κατακλυσθεῖσαν ἐκ δούρατος ἐναλίαν βᾶμενP. 4.38 ἢ γαῖαν κατακλύσαισα θήσεις ἀνδρῶν νέον ἐξ ἀρχᾶς γένος (sc. ἀκτὶς ἀελίου referring to a solar eclipse) Pae. 9.19

Lexicon to Pindar. . 2010.

Look at other dictionaries:

  • κατακλύζω — κατακλύζω, κατέκλυσα βλ. πίν. 33 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • κατακλύζω — (AM κατακλύζω) 1. πλημμυρίζω, υπερκαλύπτω έδαφος με νερό (α. «ο ποταμός κατέκλυσε την πεδιάδα» β. «ὅταν οἱ θεοὶ τὴν γῆν καθαίροντες ὕδατι κατακλύζωσιν», Πλάτ.) 2. γεμίζω κάτι με πολύ νερό 3. (μέσ. παθ.) κατακλύζομαι είμαι ή γίνομαι υπερπλήρης από …   Dictionary of Greek

  • κατακλύζω — κατέκλυσα, κατακλύστηκα, κατακλυσμένος 1. καταπλημμυρίζω: Ο ποταμός κατέκλυσε την πεδιάδα. 2. γεμίζω κάτι: Οι περιηγητές κατέκλυσαν τους αρχαιολογικούς χώρους …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • κατακλύζῃ — κατακλύζω deluge pres subj mp 2nd sg κατακλύζω deluge pres ind mp 2nd sg κατακλύζω deluge pres subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κατακλύσω — κατακλύζω deluge aor subj act 1st sg κατακλύζω deluge fut ind act 1st sg κατακλύζω deluge aor ind mid 2nd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κατακεκλυσμένων — κατακλύζω deluge perf part mp fem gen pl κατακλύζω deluge perf part mp masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κατακλυζομένων — κατακλύζω deluge pres part mp fem gen pl κατακλύζω deluge pres part mp masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κατακλυζόμενον — κατακλύζω deluge pres part mp masc acc sg κατακλύζω deluge pres part mp neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κατακλυσθέντα — κατακλύζω deluge aor part pass neut nom/voc/acc pl κατακλύζω deluge aor part pass masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κατακλύζει — κατακλύζω deluge pres ind mp 2nd sg κατακλύζω deluge pres ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κατακλύζον — κατακλύζω deluge pres part act masc voc sg κατακλύζω deluge pres part act neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”